Γλωσσάρι Ηλεκτρικών Όρων στα Αγγλικά — O
Ο
Συμβαίνει - συμβαίνει, συμβαίνει (για οποιοδήποτε γεγονός)
Διακόπτης φόρτωσης-διακόπτης φορτίου
Άνοιγμα - απενεργοποίηση
Ανοιχτή σύνδεση δέλτα — ανοικτή σύνδεση δέλτα
Άνοιγμα - απενεργοποίηση
Μηχανισμός ανοίγματος - ανοιχτός μηχανισμός
Ώρα ανοίγματος — ώρα κλεισίματος
Έλεγχος ανοιχτού βρόχου — έλεγχος ανοιχτού βρόχου
Λειτουργικό χαρακτηριστικό — χαρακτηριστικό του ρελέ
Λειτουργική διαθεσιμότητα - λειτουργική διαθεσιμότητα
Ρεύμα λειτουργίας — ρεύμα λειτουργίας
Λειτουργική σύνθετη αντίσταση — σύνθετη αντίσταση λειτουργίας (σύνθετη αντίσταση)
Καθυστέρηση λειτουργίας (ένα ρελέ) — καθυστέρηση του ρελέ όταν ενεργοποιείται
Εύρος λειτουργίας — εύρος λειτουργίας
Λειτουργικοί κανόνες - κανόνες λειτουργίας
Χρόνος λειτουργίας προστασίας — χρόνος απόκρισης προστασίας
Ακρίβεια του ωραρίου εργασίας
Τάση λειτουργίας (στο σύστημα) — τάση λειτουργίας του ηλεκτρικού δικτύου
Πηνίο εργασίας - πηνίο εργασίας
Ρεύμα λειτουργίας — ρεύμα λειτουργίας
Επιχειρησιακή κατεύθυνση — κατεύθυνση δράσης
Οπτικό καλώδιο
Σύστημα προστασίας πιλότου οπτικού συνδέσμου
Οπτικός συζευκτήρας — οπτική απομόνωση, οπτικός συζευκτήρας
Δονήσεις — διακυμάνσεις
παλμογράφημα - παλμογράφημα
Παλμογράφος - παλμογράφος
Διακοπή - αστοχία, διακοπή λειτουργίας έκτακτης ανάγκης
Συσκευές εξωτερικού χώρου — εξοπλισμός για εξωτερική εγκατάσταση
Εξωτερικός υποσταθμός — εξωτερικός υποσταθμός
Εξωτερικός πίνακας διανομής - εξωτερικός διακόπτης
Εξερχόμενος (εισερχόμενος) τροφοδότης — σύνδεση της εξερχόμενης (ηλεκτρικής) γραμμής
Εκτός υπηρεσίας - Ανενεργό
Εκτός λειτουργίας-ελαττωματικό
Εκτός λειτουργίας — εκτός λειτουργίας
Προστασία εκτός βήματος - προστασία ρελέ από ασύγχρονη λειτουργία
Δυσθυμία
Κύκλωμα εξόδου — κύκλωμα εξόδου
Ρεύμα εξόδου — ρεύμα εξόδου
Μονάδα ρελέ εξόδου — μπλοκ ρελέ εξόδου
Στάδιο εξόδου - στάδιο εξόδου
Τερματικό εξόδου — τερματικό εξόδου
Τιμή εξόδου — τιμή εξόδου
Πηνίο εξόδου — Πηνίο εξόδου
Πάνω από … προστασία — προστασία της μέγιστης αρχής δράσης
Προστασία υπερέντασης — Προστασία από υπερένταση
Ρελέ υπερφόρτωσης — ρελέ προστασίας υπερέντασης
Ρελέ χρονικής καθυστέρησης υπερέντασης - προστασία υπερέντασης με χαρακτηριστικό ρεύμα που εξαρτάται από το χρόνο
Υπερδιέγερση — υπερδιέγερση
Υπερφόρτωση σε μετασχηματιστές ισχύος — υπερδιέγερση μετασχηματιστών ισχύος
Γενική επισκευή — μεγάλη επισκευή
VL — γενική επισκευή
Εναέριο σύστημα — εναέριο ηλεκτρικό δίκτυο
Υπερθέρμανση — προστασία από υπερθέρμανση
Υπερφόρτωση — υπερφόρτωση Λειτουργία υπερφόρτωσης — λειτουργία υπερφόρτωσης
Προστασία υπερφόρτωσης — Προστασία υπερφόρτωσης
Σύστημα προστασίας από υπερφόρτωση — Σύστημα προστασίας από υπερφόρτωση
Ρελέ υπερφόρτωσης — προστασία από υπερφόρτωση γογγύλι
Συνολικός χρόνος αντιμετώπισης προβλημάτων — Συνολικός χρόνος αντιμετώπισης προβλημάτων
Υπέρβαση (για σύστημα προστασίας από απόσταση) — εκτεταμένη περιοχή (για προστασία από απόσταση)
Υπέρβαση — υπέρβαση
Συσκευή προστασίας υπερβολικής ταχύτητας - προστασία από υπερχρονισμό του στροβίλου
Υπέρταση — υπέρταση
Προστασία από υπερτάσεις — Προστασία από υπερτάσεις